Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Μαρτυρία περί Προορατικού χαρίσματος του Γέροντος Πορφύριου

Θα ' ρθουν δύσκολοι καιροί 
(Γέροντας Πορφύριος)

«Την άνοιξη του 1985, (αφηγείται η Γερόντισσα Θεοδοσία),

(Ιερά Μονή των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων)

ευρισκόμενη εις την Μονήν των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα περίπου 2.30′ πρωϊνή, άκουσα λίγο πιο πέρα από το παράθυρο του κελλιού μου, στην αυλή της Μονής, κάποιον να σκάβει. Για να βεβαιωθώ, έσβησα το φως του κελλιού μου και κοίταξα από το παράθυρο. Είδα ότι αναβόσβηνε ένας φακός. Τότε έκανα μία προσευχή στους θαυματουργούς Αγίους μας να μας προστατεύσουν. Ήλεγξα τα παράθυρα και τις σαθρές πόρτες προς την αυλή της ερειπωμένης Μονής, μήπως εισχωρήσουν στο εσωτερικό της, και αφού διεπίστωσα ότι επικρατούσε ησυχία στο χώρο αυτό, επέστρεψα στο κελλί μου.
Το πρωΐ είχαμε μία ιδιωτική λειτουργία. Την ώρα πού ετοιμαζόμουν να πάω στην Εκκλησία, ώρα 5.55′ πρωϊνή, χτύπησε το τηλέφωνο. Σκέφτηκα μήπως κάποια πονεμένη ψυχή έχει κάποιο πρόβλημα – κάτι άλλωστε πού συνέβαινε συχνά – και σήκωσα το τηλέφωνο. Προς μεγάλη μου έκπληξη άκουσα:
- «Άκου παιδάκι μου, είμαι ο Γέροντας Πορφύριος. Μη βγεις έξω που ακούς και σκάβουν, θα σε χτυπήσουν. Διαβολεμένοι άνθρωποι γυρίζουν στο Μοναστήρι σου».
- Τον ερωτώ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρήκαν τίποτα;»
- Απαντά: «Όχι παιδάκι μου, τα έχουν πάρει άλλοι νωρίτερα».
- Τον ερωτώ πάλι: «Γέροντα έχετε έλθει στο Μοναστήρι μας;»
- Μου απαντά: «Όχι παιδάκι μου, αλλά τώρα είμαι εκεί. Ρώτα με ότι θες».
Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από το λόγο του αυτό, τον ρώτησα για την ιστορικής σημασίας σπηλιά του Μοναστηριού μας…
… – Με ερωτά: «Ποια σπηλιά; Γιατί είναι δύο σπηλιές κοντά σας. Αυτή πού κάθισαν οι πρώτοι μοναχοί;»
- Του απαντώ: «Ναι Γέροντα».
Μου λέει:
«Καλό είναι, παιδάκι μου, να το κάνης αυτό, γιατί η σπηλιά είναι αγιασμένη. Αλλά θα σε αφήσουν οι χωρικοί; Θα αντιδράσουν».
Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι, χωρίς να μιλάω από την έκπληξη μου, γιατί μου μιλούσε για γεγονότα.
Ας σημειωθεί ότι όντως υπάρχουν δύο σπηλιές, αλλά εμείς δεν την είχαμε δει τη δεύτερη σπηλιά, καίτοι είχαμε εγκατασταθεί στη Μονή περισσότερο από ένα χρόνο. Μας το είχαν πει όμως οι βοσκοί της περιοχής, ότι υπάρχει και δεύτερη σπηλιά.
Την ώρα λοιπόν που είχα μείνει αμίλητη με το ακουστικό στο χέρι, ακούω το Γέροντα να μου λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».
- Τον ερωτώ: «Τι ψάρια, Γέροντα;»
- «Παιδάκι μου», μου λέει, «το νερό από τους κούτουλες δεν είναι κατάλληλο για ψάρια; Βάλε λοιπόν ψάρια να φάει ο κόσμος. Θα ‘ρθούν δύσκολοι καιροί!».
Και όντως, όταν είχαμε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι, εξήτασα στο Χημείο των Πατρών το νερό, που τρέχει άφθονο από τους δύο κούτουλες (πηγή) στην αυλή της Μονής, αν είναι πόσιμο και παράλληλα αν είναι κατάλληλο για ψάρια, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της Μονής και των φιλοξενουμένων προσκυνητών της. Όντως το νερό απεδείχθη καθαρό και κατάλληλο για ιχθυοτροφείο… (από τις σελ. 60, 62).
Την παρουσία του Γέροντα (Πορφύριου) την αισθανόμεθα έντονα, γιατί σε κάθε δίλημμα μας εκείνος επικοινωνούσε μαζί μας και μας έδινε λύση. Μια φορά, μου είχε πει τηλεφωνικώς:
- «Παιδάκι μου, έχεις μεγάλο αγώνα, αλλά μη φοβάσαι, εγώ κάθε βράδυ κάνω μαζί σας προσευχή».
Ας σημειωθεί ότι με τον Γέροντα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ούτε τον είχα δει ποτέ, μόνον είχα ακούσει για το προορατικό του χάρισμα από άλλους, ούτε ποτέ είχα τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του. Απόρησα λοιπόν. Πώς ήξερε εμάς και τα προβλήματα μας; Πού βρήκε το τηλέφωνο μας;
Για το λόγο αυτό πήρα τηλέφωνο μία ηγουμένη άλλου Μοναστηριού, πού γνώριζε τον Γέροντα, και την ρώτησα: «Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τον αριθμό του τηλεφώνου μας στον Γέροντα Πορφύριο;» Μου απαντά: «Είναι ανάγκη να του τον δώσω; Το μυαλό του πατρός Πορφυρίου είναι τηλεόραση».
Κάποτε επεσκέφθην με μερικές αδελφές της Μονής μας ένα άλλο Μοναστήρι. Ο Γέροντας Πορφύριος, επειδή υπήρχε ένα επείγον και σημαντικό θέμα, πήρε εκεί τηλέφωνο, με ζήτησε και μου είπε:
«Παιδί μου, τους πέντε ανθρώπους πού θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες για τα όρια της Μονής σας, να τους αφήσεις να προσέλθουν στο δικαστήριο. Πρέπει να ακουστεί η αλήθεια και να υπερασπισθείς ό,τι ανήκει στη Μονή, γιατί θαρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα από τα Μοναστήρια».
Πραγματικά, πέντε γηραιοί άνθρωποι, πού ήσαν ευγνώμονες στο Μοναστήρι, μου ζητούσαν επιμόνως να πουν την αλήθεια σε μια αδικία πού είχε γίνει εις βάρος της Μονής. Έτσι κι έγινε και η Μονή δικαιώθηκε. (Από τις σελ. 63, 64).


Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ
(Καθηγητού της Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997
[Πηγή]: Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου (και όχι μόνο) )

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Περί εξομολόγησης (Γ. Πορφύριος)

Όταν εξομολογείται ο άνθρωπος, η χάρις τον ελευθερώνει από τα ψυχικά τραύματα.


"Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογούμενου.
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία.
Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε, όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Δημιουργείται μια κατάσταση στην ψυχή του ανθρώπου εξαιτίας των γονέων του, που την παίρνει μαζί του σ΄ όλη του τη ζωή, αφήνει ίχνη μέσα του και πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής.
Τα φερσίματά του έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση των γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, αλλά δεν διορθώνεται. Εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος από την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό। Υπάρχει κάποιος τρόπος ν΄ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ΄ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού. Μπορεί, δηλαδή, να σου πει ο πνευματικός: - Πώς θα ήθελα να ήμασταν σ΄ ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου απ΄ την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου, όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν τη ζωή σου. Πολλές φορές έχω μεταχειριστεί αυτή την γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ΄ αυτό. Την ώρα που τα λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ΄ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές, διότι, την ώρα που τα λες, ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου. Είχε έλθει σ΄ εμένα προ καιρού μια κυρία, που έκανε αυτού του είδους την εξομολόγηση και βρήκε μεγάλη ωφέλεια. Βελτιώθηκε η ψυχολογική της κατάσταση, διότι τήνε βασάνιζε κάτι. Έστειλε, λοιπόν, αυτή μια φίλη της και πήγαμε έξω στο βράχο, στα Καλλίσια. Καθίσαμε και άρχισε κι εκείνη να μου μιλάει. Της λέω: - Να μου πεις ό,τι αισθάνεσαι. Αν σε ρωτήσω εγώ για κάτι, να μου πεις. Αν δεν σε ρωτήσω, να συνεχίσεις να τα λέεις, όπως τα αισθάνεσαι. Όλ' αυτά που μου έλεγε, τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά "έβλεπα" μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής.
Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι "έβλεπα" ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως τήνε κοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή, ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι αυτόν. Συγχρόνως έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ΄ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ω, αυτά τα πιστεύω πολύ! Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου προσευχόμενος ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρι του Θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές "ακτίνες" που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν, μη νομίσετε ότι είναι ακτίνες φυσικές.
Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα. Και με τον Χριστό τι έγινε; Έπιασε το χέρι της αιμορροούσης και είπε: "Εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄εμού". Θα πεις: "Ναι, μα ήταν Θεός". Ο Χριστός βέβαια ήταν Θεός, αλλά μήπως και οι Απόστολοι δεν κάνανε το ίδιο; Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, έχουν αυτήν την χάρι κι όταν εύχονται, την εκπέμπουν ως αγωγοί. Για παράδειγμα, θέλουμε ν΄ ανάψουμε εδώ πέρα μια θερμάστρα και βάζουμε ένα καλώδιο, αλλά δεν μπορεί να κάνει επαφή, διότι το καλώδιο δεν είναι στην πρίζα. Αν, όμως, το καλώδιο μπει στην πρίζα, μόλις κάνει την επαφή, έρχεται το ρεύμα μέσω αυτού του αγωγού.
Είναι πνευματικά πράγματα της θρησκείας μας αυτά. Μπορεί να λέμε για καλώδιο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι "η θεία ψυχανάλυση".

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

«Ο Χριστός είναι το παν» - Διδαχές Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβήτου

“Mία αυτούσια απομαγνητοφωνημένη διδασκαλία του Γέροντος Πορφυρίου”


Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο.
Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.
Ο Γέροντας: .Είναι παντού. Τώρα αυτό ξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το ξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;
Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.
Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!
Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καϋμένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένομε εις την νωθρότητά μας, εις την απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.
Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έλθη στην ψυχή μας, όταν πάη στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπη στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλοιώς. Ζη παντού, ζη στ’ άστρα, ζη στον κόσμο τον πνευματικό, ζη στο χάος, ζη στο σύμπαν, ζη. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;
Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε!. ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπης το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού
φόβος ουδαμού».
Τόχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον ετραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, να βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρη το Χριστό, όταν γνωρίση το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη και να το λέη παντού, θέλει να λέη για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού: η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν νάναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε νάμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστέ» [=«Εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο στανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήση το Χριστό, κι’ όταν αγαπήση το Χριστό απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πης, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε. προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
Ο Γέροντας: Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρι να τον βοηθήση. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελλαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα.
(Προσευχόμενος: «Κύριε.») Εμ, σας είπα.
(Αλλάζοντας τόνο) Πού, έφυγε;
Κάποιος: Ναι, βγήκε έξω.
Ο Γέροντας: Τί, τώρα πήγες εκεί για να τα πάρης; Τί τα έγραψε αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.
Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.
Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθη ο Χριστός να ζήση. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό.
Ο Γέροντας: Πάνω σ’ αυτό. Φροντίστε και σεις, κι έτσι. (Λίγες λέξεις δεν διακρίνονται). Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσωμε και να γίνουνε πραγματικότης. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τόνε θέλει τον φόβο.
Ε; Τους Αποστόλους, πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καϋμένοι! Φοβήθηκαν, κλειστήκανε, κάνανε, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους ετελείωσε [=τους τελειοποίησε]. Η Χάρις, τους ετελείωσε. Ε; Τί λες;
Κάποιος: Ναι, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;»
(Κλείτου Ιωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες, έκδοση Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, 8η εκδ., Αθήνα 2001, σελ. 49-52)

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Ο Γέρων Πορφύριος και ο Οίκος Ανοχής





Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν' αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...". Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο.

Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία.
Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε...".

Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ' τα δωμάτια. "Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής", είπα μέσα μου.

Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ' εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ.

Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν' αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: "Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου". Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο.

Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε...", διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ' αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό.

Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και "βρέχει επί δικαίους και αδίκους". Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε.

Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ' αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα.

Πνευματικές νουθεσίες Γέροντος Πορφύριου Καυσοκαλυβήτη


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

* «Υπάρχουν τρεις τρόποι πνευματικής ζωής. Ο πρώτος είναι να έχεις μία αρρώστια. ό δεύτερος είναι να κάνεις όλες τις δουλειές με χαρά. και ο τρίτος είναι να υπακούς σε Γέροντα. Αυτό το τελευταίον έχει τί το περισσόν».

* «Να λυώνεις επάνω στην εργασία σου. Να εργάζεσαι, όμως, μ' ευλάβεια, να έχεις πίστη μέσα σου και προσευχή. Μ' αυτό τον τρόπο θ' αγιάσεις».

* «Να σκέπτεσαι καλά για τον άλλο. Με την προσευχή σας, μέσω του Χριστού, επηρεάζετε ευνοϊκά τον άλλο. Να μην σκέφτεστε άσχημα για κάποιον, διότι τότε επηρεάζετε κι' αυτόν άσχημα.

* «Οι περισσότεροι έρχονται εδώ και μου λένε: Κανείς δεν με θέλει, είμαι άχρηστος, δεν με καταλαβαίνουν, δεν μ' αγαπούν». Τους εξηγώ τότε «όλα αυτά προέρχονται από τον εγωισμό. Όταν στραφείς προς το Θεό, δεν ζητάς τίποτε, δεν είσαι ανικανοποίητος, κι' είσαι με όλα και με όλους ευχαριστημένος. Τους αγαπάς τότε όλους κι' εκείνοι σ' αγαπούν. Κι' αυτό εξαρτάται από εσένα, διότι ενώθηκες με τον Θεό».

* «Η μητέρα αρχίζει να παιδαγωγεί το παιδί της μέσα από τη μήτρα της, με τα ψυχικά της βιώματα».

* «Επιτρέπεται», έλεγε, «να βοηθά ο Θεός τον άνθρωπο να κάμνει τόσες εφευρέσεις, να τις χρησιμοποιεί ο διάβολος κι' εμείς οι χριστιανοί να μη τις χρησιμοποιούμε;».

* «Όταν αγαπήσουμε τον Χριστό η ψυχή μας ελευθερώνεται από το φόβο». - «Όποιος αγαπά το Χριστό αυτός αποφεύγει την αμαρτία».

* «Βρίσκεσαι μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και κουνάς τα χέρια σου και προσπαθείς μ' αυτό τον τρόπο να διώξης το σκοτάδι. Δεν φεύγει, όμως, έτσι το σκοτάδι. Άνοιξε το παράθυρο για να μπη το φως και μόνο τότε θα φύγη το σκοτάδι. Το φως είναι εκείνο που θα διώξη το σκοτάδι. Να μελετούμε, λοιπόν, την Αγία Γραφή, τους βίους των Αγίων, τους Πατέρες. αυτό είναι το φως, που θα διώξη το σκοτάδι».

* «Όταν σε μια χώρα πέσει πολλή αμαρτία, τότε και τα πολιτικά της θέματα πάνε στραβά, αντί να πηγαίνουν ίσια».

* «Αν τακτοποιηθούν τα εσωτερικά του ανθρώπου, αυτόματα θα τακτοποιηθούν και τα εξωτερικά».

* «Ένας τρόπος υπάρχει, για να μην έχουμε προβλήματα με τα παιδιά. η αγιότητα. Γίνετε άγιοι και δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα με τα παιδιά σας».

* «Όταν βλέπεις τον διάβολο να πατά στο λαιμό το παιδί σου, εσύ, αντί να θυμώνης στο παιδί σου, διότι παραστράτησε, να μιλάς στο Θεό γι' αυτό...».

* «Όσα θα έλεγες σ' αυτό το παιδί σου, αφού έχει κάποιες αντιδράσεις, λόγω του χαρακτήρος του, να τα λες στο Θεό. Γονάτιζε στο Θεό και, διά της χάριτος του Θεού, τα λόγια σου θα μεταβιβάζονται στο παιδί σου».

* «Η χάρις του Θεού σ' εμάς τους Ορθοδόξους αποκαλύπτει τα μυστήρια».

* «Εγώ δεν έχω τίποτε. Ένα πράγμα ξέρω. μετάνοια, εξομολόγησι, ζωή μέσα στην Εκκλησία».

* «Η θρησκεία μας είναι κάτι το μεγαλειώδες. θεραπεύει τα πάντα. Ν' αγαπήσεις τον Χριστό και τότε όλα θ' αλλάξουν μέσα σου και γύρω σου».

* «Στενοχωρούμαι και στενάζω, διότι δεν αγάπησα το Θεό, όσο πρέπει».

* «Το χάρισμα, παιδί μου, δεν είναι δικό μου. είναι του Θεού. Λέω αυτό, που με φωτίζει ο Θεός εκείνη την ώρα, αυτό που μου λέει ο Θεός και όχι αυτό, που λέει ο νους μου, η φαντασία μου, η γνώση μου, η δική μου δυνατότητα».

* Πριν την κοίμησί του δύο εβδομάδες είπε τηλεφωνικώς, από το κελλί του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, τα εξής στην ερώτησι μιας κυρίας, πότε θα επέστρεφε στην Αθήνα: «Άκουσε, κόρη μου, σας αγαπώ όλους, αλλά εδώ έχω υψηλότερα καθήκοντα. Είμαι πολύ αμαρτωλός και ήρθα εδώ να βρω το Θεό».

* «Όταν φύγω θα είμαι πιο κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις».

* «Η εποχή μας είναι σαν την εποχή του Χριστού. Και τότε ο κόσμος είχε φθάσει σε μία αθλία κατάσταση. Ο Θεός, όμως μας λυπήθηκε. Και τώρα δεν πρέπει ν' απελπιζόμαστε. Βλέπω μέσα από τη συμφορά να εμφανίζεται κάποιος πολύ σπουδαίος άνθρωπος του Θεού, ο οποίος θα συνεγείρει και θα ενώσει τον κόσμο προς το καλό».

* «Ο ταπεινός, έλεγε, δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της καταστάσεώς του, αλλά δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητάς του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, τη μικρότητά του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του, των αδελφών του. Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, αλλά δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ο κυριευμένος από το πλέγμα κατωτερότητας, εξωτερικά και στην αρχή, μοιάζει με τον ταπεινό. Αν, όμως, λίγο τον θίξεις ή και τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι' αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει. Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με το μετανοούντα αμαρτωλό. «Ο μελαγχολικός περιστρέφεται κι' ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο. Ο αμαρτωλός, που μετανοεί κι' εξομολογείται, βγαίνει από τον εαυτό του. Αυτό το μεγάλο έχει η πίστη μας: τον εξομολόγο. Τον πνευματικό. Έτσι και το 'πες στο Γέροντα κι' έλαβες τη συγχώρεση, μη γυρνάς πίσω...».

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Η Θεολογία του γέροντος Πορφύριου


"Γέροντα Πορφύριε, πρέσβευε υπέρ ημών"

Με τους σύγχρονους Αγίους της Εκκλησίας το εκπληκτικό είναι η διαφορετική εκδοχή της Ορθόδοξης Πίστης που δίνει ο καθένας με την ίδια την ζωή του.

Η γνωριμία μου με την θαυμαστή ζωή και θεολογία του Γέροντα Πορφύριου, όμως ήταν μια έκπληξη! Ένας Άγιος που παιδάκι έφυγε κλεφτά στο Άγιον Όρος και έζησε εκεί εώς την εφηβία του οπότε αναγκάστηκε να επιστρέψει στον κόσμο και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του, στην Πολυκλινική Αθηνών, στην Ομόνοια, στο κέντρο της Αθήνας. Ο γέροντας Παΐσιος φέρεται ειπών ότι "σαν τον γέροντα Πορφύριο βγαίνουνε κάθε 300 χρόνια" και δεν μπορεί να είχε άδικο.


Αναδημοσίευση από: http://1453-2009.pblogs.gr/2009/02/geronta-porfyrie-presbefe-yper-hmwn.html